στο λεξικό PONS
τροποποι|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [trɔpɔpiˈɔ] VERB μεταβ
1. τροποποιώ (αλλάζω κάπως):
- τροποποιώ
- abändern, modifizieren
2. τροποποιώ (μεταρρυθμίζω):
- τροποποιώ
- umgestalten
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.