στο λεξικό PONS
χτίζω
χτίζω s. κτίζω
κτί|ζω [ˈktizɔ], χτί|ζω [ˈxtizɔ] <-σα, -στηκα, -σμένος> VERB μεταβ
1. κτίζω (κτίσμα):
- κτίζω
- bauen
2. κτίζω (δημιουργώ):
- κτίζω
- schaffen
κτί|ζω [ˈktizɔ], χτί|ζω [ˈxtizɔ] <-σα, -στηκα, -σμένος> VERB μεταβ
1. κτίζω (κτίσμα):
- κτίζω
- bauen
2. κτίζω (δημιουργώ):
- κτίζω
- schaffen