στο λεξικό PONS
μαλλί [maˈli] SUBST ουδ
1. μαλλί:
- μαλλί
- Wolle θηλ
- παρθένο μαλλί
- (reine) Schurwolle θηλ
- τα κάνω όλα μαλλιά κουβάρια
- alles durcheinanderbringen
- ήταν όλα μαλλιά κουβάρια
- es war alles ganz durcheinander
- γίνομαι μαλλιά κουβάρια (τσακώνομαι)
- sich δοτ in die Haare geraten
2. μαλλί (μαλλιά, ανθρώπου):
- μαλλί
- Haar ουδ
- το μαλλί του
- sein Haar
- πιάνομαι/αρπάζομαι μαλλί με μαλλί με κάποιον
- sich δοτ mit jdm in die Haare geraten
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- παρθένο μαλλί
- (reine) Schurwolle θηλ
- πιάνομαι/αρπάζομαι μαλλί με μαλλί με κάποιον
- sich δοτ mit jdm in die Haare geraten
- το μαλλί του
- sein Haar
- κλάνω μαλλί/πατάτες/μέντες
- sich δοτ (vor Angst) in die Hose machen
- ο λύκος κι αν εγέρασε κι άλλαξε το μαλλί του, μήτε τη γνώμη άλλαξε μήτε την κεφαλή του παροιμ
- die Katze lässt das Mausen nicht