στο λεξικό PONS
προστατ|εύω <-εψα, -εύτηκα, -ευμένος> [prɔstaˈtɛvɔ] VERB μεταβ
1. προστατεύω (προφυλάγω):
- προστατεύω κάποιον από κάτι
- jdn vor etw δοτ schützen
2. προστατεύω (καλλιτέχνη: βοηθώ, ενισχύω):
- προστατεύω
- fördern
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- προστατεύω κάποιον από κάτι
- jdn vor etw δοτ schützen