στο λεξικό PONS
I. δέ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [ˈðɛnɔ] VERB μεταβ
1. δένω (συνδέω):
- δένω σε
- binden an +αιτ
- δένω τη ζώνη μου (τη ζώνη ασφαλείας)
- sich anschnallen
- δένω κάποιον σε κάτι
- jdn an etw αιτ binden
- δένω τα μάτια κάποιου
- jdm die Augen zubinden
- δένω τα χέρια κάποιου
- jdm die Hände fesseln
- έχω τα χέρια μου δεμένα μτφ
- mir sind die Hände gebunden
- δένω ένα σκυλί
- einen Hund anbinden
- δένω κάποιον με αλυσίδες
- jdn anketten
- το συμβόλαιο είναι δεμένο με ορισμένες προϋποθέσεις
- der Vertrag ist an bestimmte Voraussetzungen gebunden
- δένω κάτι κόμπο μτφ
- davon ausgehen, dass etw ganz sicher ist
- δέσε κόμπο να το θυμηθείς!
- vergiss das nicht!
- δένω κόμπο την καρδιά μου
- seine Gefühle verdrängen
- δένω τα χέρια (τα παρατάω)
- aufgeben
- δένω το γάιδαρό μου
- sich absichern
- όταν … δένεται η γλώσσα του
- wenn …, verstummt er
- ήρθε κι έδεσε! (με αρνητική σημασία)
- ein Unglück kommt selten allein!
- κάτι ήρθε κι έδεσε (με θετική σημασία)
- etw kam genau richtig
- τώρα, δέσαμε!
- da haben wir's jetzt!
2. δένω (κλείνω με σκοινί ή κορδόνι):
- δένω
- zubinden
- δέσε τη σακούλα
- binde die Tüte zu
- δένω τα κορδόνια μου/παπούτσια μου
- seine Schuhe zuschnüren
II. δέ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [ˈðɛnɔ] VERB αμετάβ (για σάλτσα)
- δένω
- dick werden
δένω VERB
- δένομαι (δεσμεύομαι) μτφ
- sich binden
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δένω τα μάτια κάποιου
- jdm die Augen zubinden
- δένω το γάιδαρό μου
- sich absichern
- δένω τη ζώνη μου (τη ζώνη ασφαλείας)
- sich anschnallen
- δένω κάποιον σε κάτι
- jdn an etw αιτ binden
- δένω τα χέρια κάποιου
- jdm die Hände fesseln