στο λεξικό PONS
λαμποκοπ|ώ <-άς, -ησα> [lambɔkɔˈpɔ] VERB αμετάβ
- λαμποκοπώ
- glänzen
- το σπίτι σου λαμποκοπάει
- dein Haus ist (richtig) blitzblank
- λαμποκοπούσε από χαρά
- er strahlte vor Freude
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.