στο λεξικό PONS
καπάκι [kaˈpaci] SUBST ουδ
- καπάκι
- Deckel αρσ
- φέρνω κάποιον καπάκι
- jdn herumkriegen
- βιδωτό καπάκι
- Schraubverschluss αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- καπάκι ουδ φακού
- Objektivschutzdeckel αρσ
- βιδωτό καπάκι
- Schraubverschluss αρσ
- καπάκι ουδ του ντεπόζιτου βενζίνης
- Tankdeckel αρσ
- φέρνω κάποιον καπάκι
- jdn herumkriegen
- τσέπη με καπάκι
- Klappentasche θηλ