στο λεξικό PONS
έτοιμ|ος <-η, -ο> [ˈɛtimɔs] ΕΠΊΘ
1. έτοιμος (που τελείωσε, που φτιάχτηκε):
- έτοιμος
- fertig
- είσαι έτοιμος; - ναι, πάμε
- bist du fertig? - ja, gehen wir
- το φαγητό είναι έτοιμο
- das Essen ist fertig
- ήμουν έτοιμος να φύγω όταν …
- ich wollte gerade gehen, als …
- τα βρίσκει όλα έτοιμα
- er findet alles fertig vor
- τα θέλει όλα έτοιμα
- er will alles fertig vorfinden
- έτοιμα ενδύματα
- Konfektionskleidung θηλ ενικ
- έτοιμα ενδύματα
- Konfektion θηλ ενικ
- έτοιμα φαγητά
- Fertiggerichte ουδ πλ
2. έτοιμος (προετοιμασμένος):
- έτοιμος για
- vorbereitet auf +αιτ
- δεν είμαι έτοιμος για τέτοιο πράγμα
- auf so etwas bin ich nicht vorbereitet
- είμαι έτοιμος να κάνω κάτι
- bereit sein, etw zu tun
3. έτοιμος (πρόθυμος):
- έτοιμος
- bereit
- είμαι έτοιμος να κάνω κάτι
- bereit sein, etw zu tun
- είμαι έτοιμος για όλα
- zu allem bereit sein
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- είσαι έτοιμος; - ναι, πάμε
- bist du fertig? - ja, gehen wir
- είμαι έτοιμος για όλα
- zu allem bereit sein
- είμαι έτοιμος για εκκίνηση
- startbereit sein
- έτοιμος για το φούρνο (προπαρασκευασμένος)
- ofenfertig
- έτοιμος για χρήση
- gebrauchsfertig