στο λεξικό PONS
I. σταλά|ζω <-ξα, -γμένος> [staˈlazɔ] VERB αμετάβ VERB αμετάβ (χύνομαι)
- σταλάζω
- tropfen
II. σταλά|ζω <-ξα, -γμένος> [staˈlazɔ] VERB αμετάβ VERB μεταβ (χύνω)
- σταλάζω
- tropfen lassen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.