στο λεξικό PONS
I. υπερασπ|ίζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ipɛrasˈpizɔ] VERB μεταβ ΝΟΜ
- υπερασπίζω
- verteidigen
II. υπερασπ|ίζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ipɛrasˈpizɔ] VERB αποθ ρήμα μεταβ
- υπερασπίζομαι ΝΟΜ
- verteidigen
III. υπερασπίζομαι VERB αυτοπ ρήμα
- υπερασπίζομαι
- sich verteidigen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.