στο λεξικό PONS
παρακωλύ|ω <-σα, -θηκα, -μένος> [parakɔˈliɔ] VERB μεταβ
1. παρακωλύω (κάποιον):
- παρακωλύω
- hindern
- παρακωλύω κάποιον στην εκτέλεση των …
- jdn an der Ausführung der … hindern
2. παρακωλύω (λαβαίνω τα μέτρα να μη συμβεί):
- παρακωλύω
- verhindern
- παρακωλύω την έγκριση μιας …
- die Genehmigung einer … verhindern
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- παρακωλύω την έγκριση μιας …
- die Genehmigung einer … verhindern
- παρακωλύω κάποιον στην εκτέλεση των …
- jdn an der Ausführung der … hindern