στο λεξικό PONS
I. μεθ|ώ <-άς, -υσα, -υσμένος> [mɛˈθɔ] VERB μεταβ
1. μεθώ (προκαλώ μέθη):
- μεθώ
- betrunken machen
- αυτό το κρασί μεθάει γρήγορα
- dieser Wein macht (ganz) schnell betrunken
2. μεθώ (προκαλώ ηδονικό αίσθημα):
- μεθώ
- berauschen
3. μεθώ μτφ:
- οι επιτυχίες τον μέθυσαν
- er ist ganz berauscht vom Erfolg
II. μεθ|ώ <-άς, -υσα, -υσμένος> [mɛˈθɔ] VERB αμετάβ (με ποτά)
- μεθώ
- sich betrinken
- μεθάει εύκολα
- er verträgt nicht viel Alkohol
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.