στο λεξικό PONS
καταπατ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [katapaˈtɔ] VERB μεταβ
1. καταπατώ (παραβιάζω):
- καταπατώ
- verletzen
2. καταπατώ (παραβιάζω επίμονα):
- καταπατώ
- mit Füßen treten
3. καταπατώ (σφετερίζομαι):
- καταπατώ
- sich δοτ widerrechtlich aneignen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.