στο λεξικό PONS
προσπαθ|ώ <-είς, -ησα> [prɔspaˈθɔ] VERB αμετάβ
1. προσπαθώ (κάνω μια δοκιμή):
- προσπαθώ
- versuchen
2. προσπαθώ (καταβάλλω προσπάθειες):
- προσπαθώ
- sich bemühen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- προσπαθώ να βρω το αεικίνητο
- die Quadratur des Kreises versuchen
- αυτό για προσπαθώ κι εγώ να του εξηγήσω!
- das versuch ich ihm ja gerade zu erklären!