στο λεξικό PONS
I. εκτείνω <εξέτεινα, εκτάθηκα, εκτεταμένος> [ɛkˈtinɔ] VERB μεταβ
1. εκτείνω (απλώνω):
- εκτείνω
- ausstrecken
2. εκτείνω (επεκτείνω):
- εκτείνω
- erweitern
II. εκτείνομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. εκτείνομαι (φτάνω μέχρι):
- εκτείνομαι
- sich erstrecken
- το δάσος εκτείνεται ως την ακτή
- der Wald erstreckt sich bis zur Küste
ιδιωτισμοί:
- εκτείνομαι πολύ σ' ένα ζήτημα
- sich mit einer Frage zu lange aufhalten
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.