στο λεξικό PONS
I. καμπούρ|ης <-α, -ικο> [kamˈburis] ΕΠΊΘ
- καμπούρης
- bucklig
II. καμπούρ|ης <-α, -ικο> [kamˈburis] SUBST αρσ/θηλ
- καμπούρης
- Bucklige(r) mf
- δε σε είπαμε και καμπούρη!
- du brauchst dich ja nicht gleich so aufzuregen!
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.