στο λεξικό PONS
δίκαι|ος <-η, -ο> [ˈðicɛɔs] ΕΠΊΘ
- δίκαιος
- gerecht
- αυτό δεν είναι δίκαιο
- das ist nicht gerecht
- κοιμάμαι τον ύπνο του δικαίου
- den Schlaf des Gerechten schlafen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.