στο λεξικό PONS
γαλατ|άς <-άδες> [ɣalaˈtas] SUBST αρσ
1. γαλατάς (πωλητής γάλακτος):
- γαλατάς
- Milchhändler αρσ
2. γαλατάς (πλανόδιος γαλακτοπώλης):
- γαλατάς
- Milchmann αρσ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.