στο λεξικό PONS
στερε|ός <-ή, -ό> [stɛrɛˈɔs], στέρε|ος [ˈstɛrɛɔs] <-η, -ο> ΕΠΊΘ
1. στερεός (πυκνής σύστασης):
- στερεός
- fest
2. στερεός (που αντέχει):
- στερεός
- stabil
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.