στο λεξικό PONS
ζωικ|ός1 <-ή, -ό> [zɔiˈkɔs] ΕΠΊΘ (αναφερόμενος στη ζωή)
- ζωικός
- Lebens-
- ζωική δύναμη
- Lebenskraft θηλ
ζωικ|ός2 <-ή, -ό> [zɔiˈkɔs] ΕΠΊΘ (αναφερόμενος στα ζώα)
- ζωικός
- tierisch, Tier-
- ζωικά λίπη
- tierische Fette ουδ πλ
- ζωικό προϊόν
- tierisches Erzeugnis ουδ