στο λεξικό PONS
απρόσβλητ|ος <-η, -ο> [aˈprɔzvlitɔs] ΕΠΊΘ
1. απρόσβλητος ΙΑΤΡ:
- απρόσβλητος από αρρώστια
- immun gegen eine Krankheit
2. απρόσβλητος (επιχείρημα, κάστρο):
- απρόσβλητος
- unangreifbar
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- απρόσβλητος από αρρώστια
- immun gegen eine Krankheit