στο λεξικό PONS
ανοησία [anɔiˈsia] SUBST θηλ
- ανοησία
- Dummheit θηλ
- ανοησίες
- Unsinn αρσ ενικ
- λέω ανοησίες
- Unsinn erzählen
- μην κάνεις ανοησίες!
- mach keinen Unsinn!
- άσε τις ανοησίες τώρα!
- lass jetzt den Unsinn!
- από ανοησία ξέχασα να …
- Ich habe vergessen zu … Wie dumm von mir.
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- άκου ανοησία!
- was für ein Unsinn!
- από ανοησία ξέχασα να …
- Ich habe vergessen zu … Wie dumm von mir.
- τον ξεπερνάει στην ανοησία/στη δύναμη
- er übertrifft ihn an Dummheit/an Kraft