στο λεξικό PONS
μισαλλόδοξ|ος <-η, -ο> [misaˈlɔðɔksɔs] ΕΠΊΘ
- μισαλλόδοξος
- intolerant
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- Μίνωας
- μινωικός
- Μίνως
- Μινώταυρος
- μίξερ
- μισαλλόδοξος
- μισανδρία
- μισανθρωπία
- μισάνθρωπος
- μισανοίγω
- μισάνοιχτος