στο λεξικό PONS
I. συμπον|ώ <-άς, -εσα> [simbɔˈnɔ] VERB αμετάβ
- συμπονώ μαζί του (για το …)
- es tut mir (wegen des …) leid für ihn
II. συμπον|ώ <-άς, -εσα> [simbɔˈnɔ] VERB μεταβ
- συμπονώ κάποιον
- jdn bemitleiden, Mitleid mit jdm haben
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- συμπονώ κάποιον
- jdn bemitleiden, Mitleid mit jdm haben
- συμπονώ μαζί του (για το …)
- es tut mir (wegen des …) leid für ihn