στο λεξικό PONS
εγκατ|αλείπω <-έλειψα [ή -άλειψα], -αλείφτηκα, -αλειμμένος> [ɛŋgataˈlipɔ] VERB μεταβ
1. εγκαταλείπω (αφήνω και φεύγω):
- εγκαταλείπω
- verlassen
- εγκατέλειψε την οικογένειά του/τη χώρα/το πλοίο
- er hat seine Familie/das Land/das Schiff verlassen
- η δύναμή/το θάρρος/η μνήμη του τον εγκατέλειψε
- die Kraft/der Mut/sein Gedächtnis verließ ihn
2. εγκαταλείπω (παρατώ: προσπάθεια, έρευνα, τις σπουδές κτλ):
- εγκαταλείπω
- aufgeben
- να μην εγκαταλείπεις τόσο γρήγορα
- du sollst nicht so schnell aufgeben
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- χάνω/εγκαταλείπω κάθε ελπίδα
- die/jede Hoffnung verlieren/aufgeben