στο λεξικό PONS
I. πέντε [ˈpɛndɛ] NUM
- πέντε
- fünf
II. πέντε [ˈpɛndɛ] SUBST ουδ
- πέντε
- Fünf θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πέντε συν πέντε ίσον δέκα
- fünf plus fünf (ist) gleich zehn
- ενενήντα πέντε
- fünfundneunzig
- ογδόντα πέντε
- fünfundachtzig
- είκοσι πέντε
- fünfundzwanzig
- πενήντα πέντε
- fünfundfünfzig