στο λεξικό PONS
ωραί|ος <-α, -ο> [ɔˈrɛɔs] ΕΠΊΘ
- ωραίος
- schön
- τι ωραίο σπίτι!
- was für ein schönes Haus!
- το ωραίο ήταν ότι …
- das Schöne (an der Sache) war, dass …
- ωραίος φίλος είσαι εσύ! ειρων
- du bist ja ein schöner Freund!
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ωραίος φίλος είσαι εσύ! ειρων
- du bist ja ein schöner Freund!
- ωραίος σαν άγγελος
- schön wie ein Engel