στο λεξικό PONS
I. μαρ|αίνω <-ανα, -άθηκα, -αμένος> [maˈrɛnɔ] VERB μεταβ
1. μαραίνω (φυτό: ξεραίνω):
- μαραίνω
- austrocknen
2. μαραίνω (δέρμα, πρόσωπο):
- μαραίνω
- welk machen
3. μαραίνω (ομορφιά):
- μαραίνω
- verblühen lassen
II. μαραίνομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. μαραίνομαι (φυτά):
- μαραίνομαι
- verwelken
2. μαραίνομαι (δέρμα, πρόσωπο):
- μαραίνομαι
- welk werden
- μαραμένο πρόσωπο
- ein welkes Gesicht ουδ
- μαραμένο δέρμα
- welke Haut θηλ
3. μαραίνομαι (ομορφιά):
- μαραίνομαι
- verblühen
ιδιωτισμοί:
- μαραίνομαι από ανία
- vor (lauter) Langeweile vergehen