στο λεξικό PONS
αποκλεί|ω <-σα, -στηκα, -σμένος> [apɔˈkliɔ] VERB μεταβ
1. αποκλείω (κλείνω έξω, κάνω ή θεωρώ αδύνατο, απαγορεύω τη συμμετοχή):
- αποκλείω
- ausschließen
- αποκλείεται να μην το ήξερε
- es ist ausgeschlossen, dass er es nicht wusste
- αποκλείεται να έφτασε κιόλας
- er kann unmöglich schon angekommen sein
- αποκλείεται!
- ausgeschlossen!
2. αποκλείω (κλείνω μέσα):
- αποκλείω
- einschließen
3. αποκλείω (κλείνω: δρόμο, πρόσβαση):
- αποκλείω
- absperren
4. αποκλείω (κάνω μπλόκο):
- αποκλείω
- blockieren
5. αποκλείω (μποϊκοτάρω):
- αποκλείω
- boykottieren
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.