στο λεξικό PONS
πλέω <έπλευσα> [ˈplɛɔ] VERB αμετάβ
1. πλέω (ταξιδεύω με πλεούμενο):
- πλέω
- fahren
2. πλέω (για ξύλο: δε βουλιάζω):
- πλέω
- schwimmen
- πλέω στο νερό
- auf dem Wasser schwimmen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πλέω στο νερό
- auf dem Wasser schwimmen