στο λεξικό PONS
διεκδικητής (διεκδικήτρια) [ðiɛkðiciˈtis, ðiɛkðiˈcitria] SUBST αρσ/θηλ (θηλ)
- διεκδικητής (διεκδικήτρια)
- Anwärter(in) αρσ (θηλ)
- διεκδικητής θρόνου
- Thronanwärter(in) αρσ (θηλ)
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- διεκδικητής θρόνου
- Thronanwärter(in) αρσ (θηλ)