στο λεξικό PONS
όμως [ˈɔmɔs] ΣΎΝΔ
1. όμως (αλλά):
- όμως
- aber
- όμως
- jedoch
- εγώ όμως το ήξερα
- ich wusste es aber
- εγώ όμως
- ich aber
- μετά όμως …
- dann jedoch/aber …
2. όμως (ωστόσο):
- όμως
- dennoch
- και όμως δεν κατάφερε να …
- und dennoch hat er es nicht geschafft, zu …
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μετά όμως …
- dann jedoch/aber …
- εγώ όμως
- ich aber
- εγώ όμως το ήξερα
- ich wusste es aber
- και/κι όμως!
- und dennoch!
- και όμως δεν κατάφερε να …
- und dennoch hat er es nicht geschafft, zu …