στο λεξικό PONS
νοικοκυρεμέν|ος <-η, -ο> [nikɔcirɛˈmɛnɔs] ΕΠΊΘ
1. νοικοκυρεμένος (συγυρισμένος):
- νοικοκυρεμένος
- wohl geordnet
2. νοικοκυρεμένος (όπως πρέπει):
- νοικοκυρεμένος
- anständig
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- νοθεύω
- νόθος
- νοθόσαυρος
- νοιάζει
- νοιάζομαι
- νοικοκυρεμένος
- νοικοκυρεύω
- νοικοκύρης
- νοικοκυριό
- νοκ άουτ
- νομάδες