στο λεξικό PONS
I. νεκρώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [nɛˈkrɔnɔ] VERB μεταβ
1. νεκρώνω (θανατώνω):
- νεκρώνω
- töten
2. νεκρώνω μτφ (παραλύω):
- νεκρώνω
- lahmlegen
II. νεκρώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [nɛˈkrɔnɔ] VERB αμετάβ
- νέκρωσαν οι δρόμοι
- die Straßen sind wie ausgestorben
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.