στο λεξικό PONS
λοίμωξ|η <-εις> [ˈlimɔksi] SUBST θηλ ΙΑΤΡ
- λοίμωξη
- Infektion θηλ
- βακτηριακή λοίμωξη
- bakterielle Infektion θηλ
- γριπώδης λοίμωξη
- grippaler Infekt αρσ
- λοίμωξη δέρματος
- Hautinfektion θηλ
- εντερική λοίμωξη
- Darminfektion θηλ
- μικτή λοίμωξη
- Mischinfektion θηλ
- περιστασιακή λοίμωξη
- opportunistische Infektion θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- γριπώδης λοίμωξη
- grippaler Infekt αρσ
- εστιακή λοίμωξη
- Fokalinfektion θηλ
- περιστασιακή λοίμωξη
- opportunistische Infektion θηλ
- βακτηριακή λοίμωξη
- bakterielle Infektion θηλ
- λοίμωξη δέρματος
- Hautinfektion θηλ