στο λεξικό PONS
προμήθεια [prɔˈmiθia] SUBST θηλ
1. προμήθεια (εφοδιασμός):
- προμήθεια
- Versorgung θηλ
- προμήθεια ενέργειας
- Energieversorgung θηλ
- προμήθεια της αγοράς
- Marktversorgung θηλ
- προμήθεια της αγοράς
- Marktbelieferung θηλ
- προμήθεια τροφίμων
- Lebensmittelversorgung θηλ
2. προμήθεια (εμπορευμάτων):
- προμήθεια
- Lieferung θηλ
- προμήθεια εμπορευμάτων
- Warenlieferung θηλ
3. προμήθεια (αποταμιευμένο υλικό):
- προμήθεια
- Vorrat αρσ
4. προμήθεια (αμοιβή μεσάζοντος):
- προμήθεια
- Provision θηλ
- προμήθεια κύκλου εργασιών
- Umsatzprovision θηλ
- προμήθεια πώλησης
- Verkaufsprovision θηλ
- τραπεζική προμήθεια
- Bankprovision θηλ
- έξοδα ουδ πλ προμηθειών
- Provisionskosten πλ
- έξοδα ουδ πλ προμηθειών
- Provisionsaufwendungen θηλ πλ
- έσοδα ουδ πλ προμηθειών
- Provisionseinnahmen θηλ πλ
- ποσοστό ουδ προμήθειας
- Provisionssatz αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- προμήθεια θηλ χρηματιστή
- Maklerprovision θηλ
- προμήθεια τροφίμων
- Lebensmittelversorgung θηλ
- προμήθεια ενέργειας
- Energieversorgung θηλ
- προμήθεια εμπορευμάτων
- Warenlieferung θηλ
- προμήθεια πώλησης
- Verkaufsprovision θηλ