στο λεξικό PONS
αστικ|ός <-ή, -ό> [astiˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. αστικός (της πόλης):
- αστικός
- städtisch, Stadt-
- αστική ζώνη/περιοχή
- Stadtgebiet ουδ
- αστικά κέντρα
- urbane Zentren ουδ πλ
- αστική κυκλοφορία
- städtischer Verkehr αρσ
- αστική κυκλοφορία
- Stadtverkehr αρσ
- αστικό τηλεφώνημα
- Ortsgespräch ουδ
2. αστικός ΠΟΛΙΤ:
- αστικός
- bürgerlich
- αστική τάξη
- Bürgertum ουδ
- αστική τάξη
- Bourgeoisie θηλ
3. αστικός ΝΟΜ:
- αστικός
- zivilrechtlich, Zivil-
- αστική αγωγή
- Zivilklage θηλ
- αστική ευθύνη
- zivilrechtliche Haftung θηλ
- Αστικό Δίκαιο
- Zivilrecht ουδ
- Αστικός Κώδικας
- Bürgerliches Gesetzbuch ουδ
- τα αστικά δικαιώματα
- die Bürgerrechte ουδ πλ
- ο ελληνικός Αστικός Κώδικας
- das griechische Zivilgesetzbuch ουδ
- ο γερμανικός Αστικός Κώδικας
- das deutsche Bürgerliche Gesetzbuch ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αστικός πληθυσμός
- Stadtbevölkerung θηλ
- Αστικός Κώδικας
- Bürgerliches Gesetzbuch ουδ
- αστικός χάρτης
- Stadtplan αρσ
- αστικός οικισμός
- städtische Siedlung θηλ
- ο ελληνικός Αστικός Κώδικας
- das griechische Zivilgesetzbuch ουδ