στο λεξικό PONS
απάντησ|η <-εις> [aˈpandisi] SUBST θηλ
- απάντηση σε
- Antwort θηλ auf +αιτ
- παίρνω/δίνω απάντηση σε κάτι
- auf etw αιτ eine Antwort erhalten/geben
- αρνητική/καταφατική απάντηση (σε επιστολή)
- Absage/Zusage θηλ
- σε απάντηση της από 31/3/2006 επιστολή σας, …
- bezugnehmend auf Ihr Schreiben vom 31.03.2006 …
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- λακωνική απάντηση
- lakonische Antwort θηλ
- αρνητική απάντηση (σε επιστολή)
- Absage θηλ
- καταφατική απάντηση
- Zusage θηλ
- απαιτώ μια άμεση απάντηση
- eine unmittelbare Antwort erwarten
- ζητώ μια απάντηση
- ich erwarte eine Antwort