στο λεξικό PONS
εκδοτικ|ός <-ή, -ό> [ɛkðɔtiˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. εκδοτικός (για εκδοτικό οίκο):
- εκδοτικός
- Verlags-
- εκδοτικός οίκος
- Verlag αρσ
- εκδοτική δραστηριότητα
- verlegerische Tätigkeit θηλ
- εκδοτικό δίκαιο
- Verlagsrecht ουδ
- εκδοτικά δικαιώματα
- Verlagsrecht ουδ ενικ
- εκδοτικά δικαιώματα
- Copyright ουδ ενικ
2. εκδοτικός ΟΙΚΟΝ:
- εκδοτική τράπεζα
- Emissionsbank θηλ
- εκδοτική τράπεζα
- Ausgabebank θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εκδοτικός οίκος
- Verlag αρσ