στο λεξικό PONS
έμπορος [ˈɛmbɔrɔs], έμπορας [ˈɛmbɔras] SUBST αρσ, εμπόρισσα [ɛmˈbɔrisa] SUBST θηλ
1. έμπορος:
- έμπορος
- Händler(in) αρσ (θηλ)
- έμπορος
- Kaufmann αρσ
- έμπορος
- Kauffrau θηλ
- έμπορος αυτοκινήτων
- Autohändler(in) αρσ (θηλ)
- έμπορος δημητριακών
- Getreidehändler(in) αρσ (θηλ)
- εικονικός έμπορος
- Scheinkaufmann αρσ
- έμπορος εισαγωγών
- Einfuhrhändler(in) αρσ (θηλ)
- έμπορος εισαγωγών-εξαγωγών
- Außenhandelskaufmann αρσ
- έμπορος εισαγωγών-εξαγωγών
- Außenhandelskauffrau θηλ
- ενδιάμεσος έμπορος
- Zwischenhändler αρσ
- εξουσιοδοτημένος έμπορος
- Vertragshändler αρσ
- έμπορος έργων τέχνης
- Kunsthändler(in) αρσ (θηλ)
- έμπορος λιανικού εμπορίου, έμπορος λιανικής πώλησης
- Einzelhändler(in) αρσ (θηλ)
- έμπορος ξυλείας
- Holzhändler(in) αρσ (θηλ)
- έμπορος πολύτιμων μετάλλων
- Edelmetallhändler(in) αρσ (θηλ)
- ένωση θηλ εμπόρων
- Händlerzusammenschluss αρσ
2. έμπορος (ως ονομασία του επαγγέλματος):
- έμπορος
- Kaufmann αρσ
- έμπορος
- Kauffrau θηλ
- οι έμποροι
- die Kaufleute πλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εξουσιοδοτημένος έμπορος
- Vertragshändler αρσ
- έμπορος αυτοκινήτων
- Autohändler(in) αρσ (θηλ)
- έμπορος δημητριακών
- Getreidehändler(in) αρσ (θηλ)
- εικονικός έμπορος
- Scheinkaufmann αρσ
- έμπορος εισαγωγών
- Einfuhrhändler(in) αρσ (θηλ)