στο λεξικό PONS
καινούρι|ος [cɛˈnuri̯ɔs], καινούργι|ος [cɛˈnurjɔs] <-α, -ο> ΕΠΊΘ
- καινούριος
- neu
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- καϊμάκι
- καϊμάν
- Κάιν
- καϊνίτης
- καινοζωικός
- καινούριος
- καινοφανής
- καιρικός
- καίριος
- καιρός
- καιροσκοπία