στο λεξικό PONS
I. αποθαρρύν|ω <-α, -θηκα, -ημένος> [apɔθaˈrinɔ] VERB μεταβ
- αποθαρρύνω
- entmutigen
- μην αφήνεις να σε αποθαρρύνει το …
- lass dich nicht vom … entmutigen
II. αποθαρρύνομαι VERB αυτοπ ρήμα
- αποθαρρύνομαι
- den Mut verlieren
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.