στο λεξικό PONS
ξεπερ|νώ <-νάς, -ασα, -άστηκα, -ασμένος> [ksɛpɛrˈnɔ] VERB μεταβ
1. ξεπερνώ (υπερνικώ: δυσκολίες, δειλία):
- ξεπερνώ
- überwinden
2. ξεπερνώ (αντέχω: κρίσιμη περίοδο):
- ξεπερνώ
- überstehen
3. ξεπερνώ (σε απόδοση, σε ιδιότητα):
- ξεπερνώ
- übertreffen
- τον ξεπερνάει στην ανοησία/στη δύναμη
- er übertrifft ihn an Dummheit/an Kraft
- στο κολύμπι τον ξεπερνάει
- im Schwimmen übertrifft er ihn
- αυτό που είδαμε ξεπέρασε κάθε προσδοκία μας
- was wir sahen, übertraf all unsere Erwartungen
4. ξεπερνώ (όριο: θερμοκρασία):
- ξεπερνώ
- überschreiten
5. ξεπερνώ (υπερβαίνω):
- ξεπερνώ
- überschreiten, übersteigen
- αυτό ξεπερνάει την αντίλιψή μου
- das übersteigt meine Auffassungsgabe
ξεπερνώ VERB
- αυτό ξεπερνάει τα όρια
- das geht zu weit
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ξεπερνώ τα μέτρα
- das Maß überschreiten/zu weit gehen