στο λεξικό PONS
ζώνη [ˈzɔni] SUBST θηλ
1. ζώνη (που φοριέται):
- ζώνη
- Gürtel αρσ
- σφίγγω/λύνω τη ζώνη
- den Gürtel zuschnallen/aufschnallen
- ζώνη ασφαλείας
- Sicherheitsgurt αρσ
- ζώνη ασφαλείας δύο σημείων για το δρόμο (για νήπιο)
- Laufgurt αρσ
- ζώνη ασφαλείας πέντε σημείων για το δρόμο (για νήπιο)
- Laufgeschirr ουδ
- ζώνη αγνότητας
- Keuschheitsgürtel αρσ
- ανδρική ζώνη
- Herrengürtel αρσ
- ζώνη βαρών (για δύτη)
- Bleigürtel αρσ
- γυναικεία ζώνη
- Damengürtel αρσ
- ζώνη εργαλείων
- Werkzeuggürtel αρσ
- χτύπημα κάτω από τη ζώνη και μτφ
- Schlag αρσ unter die Gürtellinie
2. ζώνη (περιοχή):
- ζώνη
- Zone θηλ
- αποπυρηνικοποιημένη ζώνη
- atomwaffenfreie Zone θηλ
- ζώνη ελεύθερου εμπορίου
- Freihandelszone θηλ
- ερωτογενής ζώνη
- erogene Zone θηλ
- εύκρατη ζώνη
- gemäßigte Zone θηλ
- ζώνη ειρήνης
- Friedenszone θηλ
- ζώνη ευρώ
- Euro-Zone θηλ
- Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών
- Europäische Freihandelsvereinigung θηλ
- ζώνη κερδοφορίας
- Gewinnzone θηλ
- ζώνη Κουΐπερ ΑΣΤΡΟΝ
- Kuiper-Gürtel αρσ
- ζώνη πρασίνου
- Grüngürtel αρσ
- προστατευόμενη ζώνη
- Schutzgebiet ουδ
- σεισμική ζώνη
- Erdbebengebiet ουδ
- ζώνη συχνωτήτων ΦΥΣ, ΡΑΔΙΟΦ
- Frequenzband ουδ
- ζώνη συχνωτήτων ΦΥΣ, ΡΑΔΙΟΦ
- Frequenzbereich αρσ
- τελωνειακή ζώνη
- Zollgebiet ουδ
- τροπική ζώνη
- Tropen πλ
- υποτροπική ζώνη
- subtropische Zone θηλ
- υποτροπική ζώνη
- Subtropen πλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ζώνη θηλ αγνείας
- Keuschheitsgürtel αρσ
- ζώνη θηλ κερδοφορίας
- Gewinnzone θηλ
- ζώνη θηλ σθένους
- Valenzband ουδ
- ζώνη θηλ αδράνειας
- Passivitätszone θηλ
- ζώνη θηλ ακτινοβολίας ΓΕΩΓΡ
- Strahlungsgürtel αρσ