στο λεξικό PONS
ρευστ|ός <-ή, -ό> [rɛfˈstɔs] ΕΠΊΘ
1. ρευστός (για υγρό):
- ρευστός
- flüssig
2. ρευστός μτφ:
- ρευστός
- im Fluss
- τα πράγματα είναι ακόμα ρευστά
- die Dinge sind noch im Fluss
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.