στο λεξικό PONS
εργαλείο [ɛrɣaˈliɔ] SUBST ουδ
1. εργαλείο και μτφ:
- εργαλείο
- Werkzeug ουδ
- ζώνη θηλ εργαλείων
- Werkzeuggürtel αρσ
- νομικό εργαλείο
- Rechtsinstrument ουδ
2. εργαλείο Η/Υ:
- εργαλείο
- Tool ουδ
3. εργαλείο ΑΣΤΡΟΝ:
- Εργαλεία ουδ πλ Γλύπτη
- Bildhauer αρσ ενικ
εργαλείο SUBST
- εργαλείο λείανσης
- Glättwerkzeug ουδ
εργαλείο SUBST
- εργαλείο (λεπτό, ιατρικό) ουδ
- Instrument ουδ
- εργαλείο (μέσο) ουδ μτφ
- Instrument ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- διατρητικό εργαλείο
- Bohrwerkzeug ουδ
- νομικό εργαλείο
- Rechtsinstrument ουδ
- γεωργικό εργαλείο
- landwirtschaftliches Gerät ουδ
- ξεσκουριάζω ένα εργαλείο
- den Rost von einem Werkzeug entfernen/abmachen
- εργαλείο για πουρέ
- Kartoffelstampfer αρσ