στο λεξικό PONS
I. χαλαρώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [xalaˈrɔnɔ] VERB μεταβ
- χαλαρώνω
- lockern
II. χαλαρώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [xalaˈrɔnɔ] VERB αμετάβ
- χαλαρώνω
- sich lockern
χαλαρώνω VERB
- χαλαρώνω (ξεκουράζομαι)
- sich entspannen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.