στο λεξικό PONS
στάδιο [ˈstaðiɔ] SUBST ουδ
1. στάδιο ΑΘΛ:
- στάδιο
- Stadion ουδ
- σκεπαστό στάδιο
- Sporthalle θηλ
2. στάδιο (φάση):
- στάδιο
- Stadium ουδ
- σ' αυτό το στάδιο
- in diesem Stadium
- αναπτυξιακό στάδιο
- Entwicklungsstadium ουδ
- αρχικό στάδιο
- Anfangsstadium ουδ
- προσωρινό/μεταβατικό στάδιο
- Übergangsstadium ουδ
- ενδιάμεσο στάδιο
- Zwischenstadium ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- στάδιο ουδ ίδρυσης
- Gründungsphase θηλ
- στάδιο ουδ παραγωγής
- Produktionsstufe θηλ
- ενδιάμεσο στάδιο
- Zwischenstadium ουδ
- σκεπαστό στάδιο
- Sporthalle θηλ
- φαλλικό στάδιο
- phallische Phase θηλ