στο λεξικό PONS
I. παγώ|νω <-σα, -μένος> [paˈɣɔnɔ] VERB μεταβ
1. παγώνω (υγρό):
- παγώνω
- frieren
2. παγώνω μτφ:
- παγώνω (τρόφιμα) (τιμές, μισθούς)
- einfrieren
II. παγώ|νω <-σα, -μένος> [paˈɣɔnɔ] VERB αμετάβ
1. παγώνω (μετατρέπομαι σε στερεό):
- παγώνω
- frieren
2. παγώνω (τμήμα του σώματος, άνθρωπος):
- παγώνω
- erfrieren
3. παγώνω (δρόμος, παρμπρίζ):
- παγώνω
- vereisen
4. παγώνω (κρυώνω):
- πάγωσαν τα χέρια μου
- meine Hände sind ganz abgefroren
- πάγωσα
- mir ist eiskalt
5. παγώνω μτφ (μένω κόκκαλο):
- όταν τον είδε πάγωσε
- als er ihn sah, stand er wie versteinert da
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.