στο λεξικό PONS
I. γλυκ|αίνω <-ανα, -άθηκα, -αμένος> [ɣliˈcɛnɔ] VERB μεταβ
1. γλυκαίνω (κάνω γλυκώ):
- γλυκαίνω
- süßen
2. γλυκαίνω (καταπραΰνω):
- γλυκαίνω
- mildern
II. γλυκ|αίνω <-ανα, -άθηκα, -αμένος> [ɣliˈcɛnɔ] VERB αμετάβ
1. γλυκαίνω (γίνομαι γλυκός):
- γλυκαίνω
- süßer werden
2. γλυκαίνω μτφ (καιρός):
- γλυκαίνω
- milder werden
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.